Αμαριώτικες ιστορίες


ΘΡΥΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

Το χωριό πήρε το όνομά του από το εξωκλήσι του Αγ. Ιωάννη που βρίσκεται κοντά στο χωριό, είναι αρχαιότερο του χωριού και είναι ο ναός του κοιμητηρίου.

Η παράδοση αναφέρει ένα περιστατικό για το ξαναχτίσιμο του παλιού και ερειπωμένου τότε ξωκλησιού: επί Τουρκοκρατίας νοίκιαζε ο Τούρκος ιδιοκτήτης τα γύρω χωράφια σε ένα Χριστιανό που του έδινε τη μισή σοδειά (συμμισακό). Επειδή ο Τούρκος αγάς δεν έμεινε ευχαριστημένος μια χρονιά, υποψιάστηκε πως ο Χριστιανός τον έκλεβε, πήγε μέσα να επιθεωρήσει την αποθήκη του και έπεσε να κοιμηθεί. Το πρωί τον βρήκε γυμνό και ξυπόλητο στην 'ακρη του κτήματος και είπε στον ενοικιαστή Χριστιανό: -¶ντε μωρέ τζάνουμ, να μου φέρεις τα ρούχα μου και τα παπούτσια μου και να δώσεις το μερίδιό μου από τη φετινή σοδειά στον ¶γιο για να διορθωθεί το σπίτι του. Είναι κρίμα και ντροπή να μένει έτσι χαλασμένο και ξέσκεπο. (Αλεξ. Χατζηγάκη, Εκκλησίες της Κρήτης-Παραδόσεις, Ρέθυμνο 1954, σελ/ 24-27).

Εκτός από την εκκλησία του Αγ. Ιωάννη υπάρχει ακόμα ένα εξωκλήσι, η Αγία Σοφία (17 Σεπτεμβρίου). Στο ναό την Αγ. Σοφίας βρέθηκαν παλαιοί τοίχοι και φαίνεται ότι και αυτή ήταν μοναστήρι.

Ένας θρύλος λέει ότι τον καιρό και πάλι της Τουρκοκρατίας ζούσε κάποιον μοναχός με τον υπηρέτη του μοναστηριού και είχαν ένα σκυλί, τη Βλαχούσα. Τούρκοι θέλησαν να σκοτώσουν το μοναχό. Πήγαν στο μοναστήρι, σκότωσαν το σκυλί για να μην τους φέρει εμπόδιο στην εκτέλεση ανόσιας πράξης τους και μπήκαν στο μοναστήρι και βρήκαν το μοναχό την ώρα που έφτιαχνε τυρί. Σκέφτηκαν λοιπόν να μην τον πειράξουν μέχρι να πήξει το τυρί για να φάνε γιατί πεινούσαν. Ο μοναχός όμως κατάλαβε τι ήθελαν οι Τούρκοι και είπε στον ψυχογιό του συνθηματικά να φέρει βοήθεια από το γειτονικό χωριό: "Τη Βλαχούσα(ν) εσκοτώσαν το μιτάτο επλακώσαν έβγα πάνω μοναχός και κατέβα με πολλούς". Ο καλά καλυκωμένος παρά λίγο καβαλάρης το Γενάρη τα φεγγάρι παρά λίγο μέρα κάνει".
Οι Τούρκοι, νομίζοντας ότι τα λόγια ήταν γητειά για να πήξει το τυρί, δεν έδωσαν σημασία αλλά περίμεναν. Ο ψυχογιός έφυγε αμέσως και σε λίγο κατέφθασε βοήθεια που έσωσε το μοναχό.


ΘΡΥΛΟΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟΣ

Ιερομόναχος ΣΥΜΕΩΝ ΔΡΕΤΟΥΛΑΚΗΣ

Ο ΠΑΠΑΣ ΤΩΝ ΒΡΥΣΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΡΥΠΟΥΣΑΝ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΣΦΑΙΡΕΣ

Στην ηρωική και ατέλειωτη στρατιά των Ελλήνων, κληρικών που θυσιάστηκαν στο μεγάλο αγώνα της ελευθερίας, περιλαμβάνεται και ο ιερομόναχος Συμεών Δρετουλάκης. Γεννήθηκε στον Οψιγιά Αμαρίου(1902). Εκεί τελείωσε και το Δημοτικό Σχολείο.

Ο πατέρας του ήτανε προστάτης εντεκαμελούς οικογένειας (εννιά γιους και δυό κόρες). Ο αδελφός του ο Μιχάλης, γενναίος πολεμιστής, σκοτώθηκε στη Μικρά Ασία πολέμησε επίσης γενναία και ο Συμεών (Σταύρος το βαπτιστικό του) και μετά την επιστροφή του από το Μέτωπο χειροτονήθηκε διάκονος στη Μονή Ασωμάτων (1926) και κατόπιν ιερομόναχος (9128). Λίγα χρόνια αργότερα (1932) τοποθετήθηκε από την Επισκοπή Λάμπης και Σφακίων εφημέριος στο χωριό Βρύσες (Αμαρίου), τοποθέτηση που έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από το χριστεπώνυμο πλήρωμα. Στις Βρύσες τον βρήκε η Γερμανική Κατοχή. Παπά και Αγωνιστή από την πρώτη μέρα της Εθνικής Αντίστασης και στις Βρύσες εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 22 Αυγούστου 1944.
Ολοζώντανος μεταφέρεται από στόμα σε στόμα στο Κέντρος, ο θρύλος για το μαρτυρικό θάνατο του Συμεών. Είναι βέβαια και ευρύτερα γνωστός από διάφορα δημοσιεύματα. Στις πληροφορίες για το τέλος του τραγικού παπά προστίθεται και πρόσφατη επιστολή του Μανόλη Τρουλλινού από το χωριό Μοναστηράκι. Αλλά στην επιστολή του Γ.Τ. εκτός από τα θρυλούμενα για την σφαγή του Συμεών, αναφέρεται και σε άλλο περιστατικό, που ξεφεύγει από τη σφαίρα των θρύλων. Πρόκειται για προσωπική συγκλονιστική μαρτυρία. Που διασώζει πως οι τριάντα μελλοθάνατοι των Βρυσών με τον παπά τους αντιμετώπισαν το θάνατο. Υπερήφανα τραγουδώντας ομαδικά πριν από τη μεγάλη θυσία. Τα χαρακτηριστικά και κρίσιμα αποσπάσματα της επιστολής αυτής, που παίρνει τη θέση ντοκουμέντου μεγάλης ιστορικής αξίας παραθέτουμε.
"Κατά την εκτέλεση (του ιερομόναχου Συμεών Δρετουλάκη στις Βρύσες Αμαρίου) συνέβησαν τα εξής περιστατικά:
- Εκείνο τον καιρό (Απρίλη 1944) είχαν απαγάγει (¶γγλοι και Κρητικοί Κομάντος) το στρατηγό Κράϊπε. Δεν ήθελαν να τον σκοτώσουν, αλλά να τον φυγαδεύσουν στη Μέση Ανατολή, όπως και τα κατάφεραν. Οι Γερμανοί σαν αντίποινα έκαιγαν και σκότωναν τους κατοίκους από τα χωριά που πέρασαν το Γερμανό Διοικητή. Ανάμεσα (στα χωριά που υπέστησαν τα αντίποινα των Γερμανών για την απαγωγή του Κράϊπε) ήταν και οι Βρύσες Αμαρίου, που εφημέριος ήταν ο πάτερ Συμεών. Συνέλαβαν αρκετά παλικάρια, μέχρι που έφτασαν στο σπίτι του παπά. Τον πήραν βίαια, γιατί ήταν ξενύχτης από μια βάπτιση που είχε κάνει την προηγούμενη μέρα, και τον έκλεισαν στο σχολειό μαζί με τους άλλους.
Κάποιος αστυνομικός Γερμανός, που ήταν ο φόβος και ο τρόμος της Επαρχίας και υπηρετούσε στο χωριό Φουρφουρά και ακουγόταν σαν "ο Γιαννάκης ο Μουσάτος" διηγήθηκε το εξής περιστατικό μετά την εκτέλεση των Βρυσανών παλικαριών: "Μια ώρα πριν την εκτέλεση ο πάτερ Συμεών ζήτησε την άδεια από τους Γερμανούς να πάει στο Ναό του χωριού. Εκείνοι του έδωσαν άδεια και δυό απ' αυτούς τον συνόδεψαν μέχρι την εκκλησία. Έβαλε τα επίσημα άμφια, άνοιξε ένα κουτάκι ναι πήρε τίμιο Ξύλο. Το έθεσε στον κόρφο του, προσευχήθηκε και ακολούθησε τους Γερμανούς, που τον συνόδευαν και γύρισαν ξανά στο μέρος που ήταν συγκεντρωμένοι και οι άλλοι που προοριζόταν για εκτέλεση. Μετά μια ώρα τους εκτέλεσαν. Επειδή όμως ο πάτερ Συμεών κρατούσε μεγάλη δύναμη (Τίμιο Ξύλο) οι σφαίρες δεν τρυπούσαν. Ενώ λοιπόν όλοι σκοτώθηκαν εκείνος ξεπετάχτηκε ολοζώντανος από τη φωτιά! Αφού οι Γερμανοί είδαν ότι δε σκοτωνόταν με σφαίρες του έκοψαν το κεφάλι". Από τότε ο Γερμανός φρούραρχος είπε ότι ποτέ δεν θα ξανασκοτώσει παπά.
Ένα άλλο περιστατικό που συνέβηκε τότε, ήταν το εξής:
- Από τη Σχολή Ασωμάτων οι Γερμανοί είχαν πάρει τέσσερα 17χρονα παιδιά το πρωί της 22ας Αυγούστου, για να συνοδεύσουν τα μουλάρια, που θα φόρτωναν πράγματα από τα καταστραμμένα χωριά και να γυρίσουν πίσω. Μεταξύ αυτών ήμουν κι εγώ, ο Μανόλης Τρουλλινός. Φτάνοντας στις Βρύσες ακούσαμε στο σχολειό να ψάλλουν οι μελλοθάνατοι τον Εθνικό Ύμνο μεγαλόφωνα. Πλησίασα κοντά και βλέπω τον παπά Συμεών μπροστά, οι μισοί άνδρες αριστερά και οι άλλοι δεξιά. Σταμάτησε ο παπάς για μια στιγμή τον Εθνικό Ύμνο και μου φώναξε "νερό-νερό". Μαζί με τ' άλλα παιδιά φέραμε στάμνες με νερό, καθώς και ποτήρια. Πήγα λοιπόν να προσφέρω νερό στον παπά και στους άλλους, αλλά οι Γερμανοί μου κλώτσησαν τη στάμνα και το ποτήρι, με αποτέλεσμα να σπάσουν και ύστερα με βία με έδιωξαν μακριά.
Ένα μήνα πριν από την εκτέλεση ο πάτερ Συμεών είχε κάνει ένα γάμο. Στεφάνωσε του παπά Δαμβουνέλη το γιο. Μετά τη στέψη στην πλατεία της εκκλησίας έγινε γλέντι. Στο γλέντι παρευρισκόταν και Γερμανοί. Έπιασε πρώτος το χορό και είπε τούτη τη μαντινάδα:
Της λευτεριάς το σήμαντρο
εδώ κοντά χτυπούνε
πλησίασέ νε ο καιρός
που θα λευτερωθούμε.
Δεν αξιώθηκε να δει ελεύθερη την πατρίδα του ο πάτερ Συμεών. Τον έσφαξαν, όπως λεω παραπάνω οι ναζήδες στις Βρύσες στις 22 Αυγούστου 1944.
ΜΑΝΟΛΗΣ ΤΡΟΥΛΛΙΝΟΣ
Μοναστηράκι Αμαρίου
Ιούνιος 1984
_________________________________

Βιβλίο: Η ΟΛΟΚΑΥΤΩΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥΣ
-ΑΦΙΕΡΩΜΑ-
(Επιμέλεια ΣΠΥΡΟΥ ΑΠ. ΜΑΡΝΙΕΡΟΥ)


O άρκαλος

Του Μανόλη Σκαρσουλή

Μια φορά που λέτε είχενε πιάσει τσίκνα κι έκλεισενε τσι χωριανούς στο καφενείο. Όπως ήτανε μαζωγμένοι γύρω από τη σόμπα, έλεγενε καθένας το μακρύ και το κοντό του μαζί με το ανάλογο αλατοπίπερο. Τα πρωτεία κατείχανε οι κυνηγοί που αν τους πίστευγες, δεν έφταναν ούλα τα κυνήγια τση επαρχίας να επαληθεύσουνε τα λεγόμενα ντωνε.
Τους άκουγε λοιπόν σκεφτικός ο Μήτσος (Καπετανάκης) και για να τους μπροστερέψει, εκόκιασενε μια δική του ιστορία και την είπενε τόσο σοβαρά που λόγο ακόμα και την πιστεύαγανε.
Είχενε λεει φυτεμένο το σόχωρο στον Πετρέ και πάνω που έβγαινε στο μαξούλι, άρχισενε να το επισκέφτεται ο άρκαλος κάθε αργαδινή και να το αναχουμίζει.. Έφραξενε ούλους τσί πόρους, μα τίποτα. Ο άρκαλος άνοιγενε καινούργια δρομαρέ. Με τα πολλά αναγκάστηκενε και του στεσε μπαϊδα και το πρωί να σου πιασμένη τη αμπουντάλα. Μόλις δώσανε κούτελο τονέ περιποιήθηκενε τση παραγγελιάς με ένα κοντοστέλιαρο και στη συνέχεια καταπιάστηκενε με το γδάρσιμο του. Εκειά που κόντευγενε να τελειώσει και του απομένανε μόνο τα μπροστινά πόδια και η κεφαλή να ξεφουκαρώσουν, μπαίνει το μουλάρι στο σόχωρο και εγλάκενε να το ζυγώξει. Γυρίζει οπίσω να τελειώσει το γδάρσιμο, μα ο άρκαλος είχενε κάνει φτερά, σέρνοντας την προβέ ντου. Το πεπρωμένο όμως φυγείν αδύνατο, του άρκαλου δηλαδή, γιατί καθόλου δεν έβαλενε μυαλό με τα περυσινά βάλια ντου και δόστου πάλι τα ίδια και τα ίδια, για να καλήξει και πάλι στην μπαϊδα. Ο Μήτσος μόλις τον είδενε να ταλαπωδαίρνει δεν πίστευγενε στα μάθια ντου. Ητανε ο ίδος ο περσινός με καινούργια προβέ. Απόδειξη η παλιά προβέ που έσερνενε ακόμη στην κεφαλή ντου.


μπροστερεύω: περνώ κάποιον, αναδεικνύομαι ανώτερος, σόχωρο: χωράφι, μαξούλι: εσοδεία, εισόδημα, προϊόν, αναχουμίζω: ανακατεύω, ανασκαλεύω χώμα,
βάλια: 1.ανδραγαθίες, 2.βάσανα

 


Ο Χατζή Γιωργάκης

Επιμέλεια: Θοδωρής Ρηγινιώτης

Ο Χατζή Γιωργάκης με τη μ-παρέα ντου (περιβόητος Νιθαυριανός κλέφτης) εκλέψαν' ένα γ-κριγιό και τον εβγάλανε στ' αόρι και τον εφάγανε.

Την άλλη μέρα, σηκώνεται ο Χατζής να πάει να μεταλάβει, για ν' αποστραβώσει τσι χωριανούς, να πούνε τάξε, «σαν εμετάλαβενε, θα πει πως ενήστεψενε, δεν έχει να κάμει με τη γ-κλεψά».

Μπαίνει στην εκκλησά κι εκοντοσίμωσενε γιαμιά έκειά που μεταλάβαινεν ο παπά Θανάσης (Πουλακάκης). Αλλ' αυτός, πρέπει, είχενε να πάει στην εκκλησά απ' όντε ντον εβαφτίσανε, που λέει ο λόγος, και δεν εκάτεχενε καλά καλά μουδ' είντα γίνεται εκειά μέσα. Τόνε θωρεί ο παπά Θανάσης, λέει «για νά 'ρχεται τούτοσές έπαέ, πράμά 'χει καωμένο», κι όπως είχενε σ' ένα ντολαπάκι ένα μ-ποτήρι κρασί αχρησιμοποίητο που 'χενε ξυδιάσει, λέει 'νούς κοπελιού απού του 'βοήθανε στη λειτρουγιά «φέρε μου, Μιχάλη, κείονέ το ξύδι». Όντεν ήτονε, το λοιπός, η σειρά του Χατζή να μεταλάβει, βάνει μέσα το δισκοπότηρο και του δίδει το ξύδι.

- Πιε, Γιωργάκη, κείονέ, του λέει.

Το παίρνει αυτός:

- Ούλο, παπά, να το πιω;

- Ούλο, Γιωργάκη.

Θέτει του μια, κλάπ, πάει κάτω! Αλλά έστεσε ντ’ αμάτι ο κακομοίρης. Kαι τονέ ρωτά:

- Από τούτονά, παπά, τσι μεταλαβαίνεις ούλους;

- Από τούτονά, Γιωργάκη, του λέει ο παπάς.

- Και τα μικιά κοπέλια;

- Και τα μικιά!

- Και τα πλια μικιά;

- Και τα πλια μικιά.

- Και τα μικιά μικιά;

- Ούλα, Γιωργάκη!

Απάντηση:

- Η μοίρα κι είχα μια γ-κριγιαροκεφαλή φαωμένη, αλλιώς 'θελα με κόψει το παντέρμο!...

 

κριγιός: κριός

έστεσε ντ’ αμάτι: έπαθε σοκ, παρά λίγο να λιποθυμήσει

η μοίρα: (στερεότυπη έκφραση) ευτυχώς