ΑΒΓΔΕΖΗΘ
- ΙΚΛΜΝΞΟΠ - ΡΣΤΥΦΧΨΩ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αμαριώτικο
γλωσσάρι
Ρ
ραζακί,
ράτσα σταφυλιών
ρανίζω,
κλαίω γοερά
ραός (γίνομαι),
εξαφανίζομαι
ράπη,
το κοτσάνι του σταχυού
ράσσω,
ορμάω πάνω σε κάτι (εράξαν’ εις το φαΐ)
ραφώνω,
καρφώνομαι [εραφώξαν’ οι γι-οξυνίδες εις το δίχτυ (ελαιοδίκτυο)
και το ξεσκιζαρώσανε
(το ξέσχισαν)]
ρέγομαι,
μου αρέσει κάτι ηθικά ή αισθητικά (σε ρέγομαι να τραγουδείς,
ρέγομαι να σε θωρώ να χορεύγεις,
δε ρέγομαι τσι
τροζάδες)
ρημάδι,
ερείπιο
Ριγολόγος,
προσωνύμιο του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου για την εορτή της
Αποτομής της Τιμίας Κεφαλής του (29 Αυγούστου). Οφείλεται,
κατά την παράδοση, είτε στο ότι θεραπεύει το ρίγο,
βλ.λ., είτε στο ότι τινάσσει ρίγος όποιον καταλύσει
την αυστηρή νηστεία της ημέρας
ρίγος (ο
ή το), κρυάδα με τρέμουλο, αλλά και ελώδης πυρετός
(τόνε τινάσσει ρίγος)
ρίφι,
κατσίκι
ρόβι,
δημητριακό καλλιεργούμενο για ζωοτροφή
ροδαρέ,
τριανταφυλλιά
ροζογάλι,
ο χυμός της σφάκας (πικροδάφνης), σύμβολο της πίκρας
ροζοναμέντα,
λόγια, κουβέντες
ροζονάρω
-ρίζω, κουβεντιάζω
ροζονάρισμα,
κουβέντα
ρούγα,
γειτονιά
ρουμάνι,
δάσος
ρουμανίσα:
είναι να φάει τα ρουμανίσα
ντου, είναι έξαλλος
ρούμπα,
το ντεπόζιτο του νερού, μέσα από το οποίο περνάει ο λουλάς
(ο αποστακτήρας της τσικουδιάς) κι έτσι ψύχεται ο ατμός και
υγροποιείται, ώστε να τρέξει από την άκρη ως τσικουδιά
ρούσσος,
κόκκινος× και Ρούσσα,
γυναικείο κύριο όνομα
ρωγαλίδα,
αράχνη
Σ
σάζω,
φτιάχνω, αόρ. έσαξα
σάικα,
ασφαλώς
σακάζω,
κυριολ. αποκόπτω από το θηλασμό, απογαλακτίζω [δυο σακασμένα
ριφάκια πουλώ, εσάκασενε,
μωρέ, η γι-αίγα σου;
(έπαψε να θηλάζει τα ρίφια της;)]
σαλβάρια,
επίσημη φορεσιά
σαλιβέ,
ουλή
σαλιβώνω,
σημαδεύω, προκαλώ πληγή
σαμαμιθάβγουλο,
αβγό του σαμάμιθα
σαμαμιθας,
σαμιαμίδι. Θεωρείται αθώο πλάσμα, προστατευτικό για το σπίτι,
και απαγορεύεται η θανάτωσή του, παρ’ όλα αυτά, λέγεται ότι
άμα αναδράμει νερό (πιει και το μολύνει), πέφτουν τα
μαλλιά του ανθρώπου που θα πιει απ’ το ίδιο
σάμε,
μέχρι
σαραντάπηχος,
γίγαντας (θρύλος στην Κρήτη). Σαραντάπηχος θεωρείται ο Διγενής
σασιρντίζω
και χιαχιρντίζω, τα χάνω από έκπληξη ή ταραχή
σαφί (επίρρ.),
αποκλειστικά (σαφί μπουνταλές κάνεις), αλλά και γεμάτο
(σαφί μαμούνια είναι τούτονέ το τυρί)
σάφλα,
παραμόρφωση από πληγή
σείσμα,
σείσιμο
σέβομαι,
προσέχω, αλλά και σέβομαι (κοινή έννοια), προστ. σέβου,
πρόσεχε
σεφέρι,
εποχή, χρονική περίοδος
σημάδι,
1. κοινή έννοια (κάμε του ένα σημάδι να το γνωρίζομενε)×
2. το σημάδι ντου,
μεταφυσικό προμήνυμα για το θάνατο κάποιου×
3. σημάδι,
κόσμημα που δίδεται ως επισφράγιση υπόσχεσης αρραβώνων σε
μικρή οικογενειακή τελετή (εβάλανε σημάδι)×
4. βάνω στο σημάδι
κάτι, το σημαδεύω με το όπλο μου ή με πέτρα κτλ.
σημαδώνομαι,
βάζω σημάδι, δίδω υπόσχεση αρραβώνων επισφραγιζόμενη με κάποιο
κόσμημα σε μικρή οικογενειακή τελετή×
την εσημάδωσενε,
της έβαλε σημάδι, βλ.λ., ερμηνεία 3
σιμώνω,
πλησιάζω
σιργουλεύγω,
φροντίζω διακριτικά, «έχω από κοντά», αλλά και πείθω μεθοδικά
[μη ντου μανίζεις
(μην τον μαλώνεις), μόνο σιργούλευγέ τονε]
σιργούλιο
(με το),
μεθοδικά, με προφυλάξεις, διά της πειθούς
Σιρμαλένια,
κρητικό γυναικείο όνομα
σισανέδες,
είδος παλιών τουφεκιών (σισανές)
σκαιβός,
αγαθός, χαζός
σκαλέρι και
σκαλούνι, σκαλοπάτι
σκαπέτι,
είδος μικρού σκαλιδιού
σκάρα,
γύπας
σκαρβέλι,
το ξύλινο αφτί του σομαριού, προέκταση της σπάθης,
βλ.λ., στο οποίο δένονται τα σκοινιά
σκαρνεύγομαι,
τρέχω πάνω κάτω από περίσσια ενέργεια [λέγεται συνήθως για
τα ριφάκια (κατσικάκια)]
σκαρφίζομαι,
επινοώ
σκάφη,
ηχείο μουσικού οργάνου
σκιανιάδα,
σκιά
σκιάς,
λοιπόν, αφού δεν έμεινε τίποτε άλλο να κάνω
σκισμάδα,
σχισμή
σκλαβέρι,
μεγάλο ποιμενικό κουδούνι
σκλερός,
σκληρός
σκληρίζω,
στριγγλίζω, ξεφωνίζω
σκλώπα,
νυχτοπούλι (γκιώνης)
σκόλη,
σχόλη, αργία, γιορτή, ανάπαυλα
σκοπός,
εκτός από την κοινή έννοια, σημαίνει και μελωδία (είντα
σκοπό τραγουδείς;)
σκοτίδι,
σκοτάδι
σκοτιδιερός,
σκοτεινός
σκουραπιδέ,
αχλαδιά που κάνει σκουράπιδα
σκουράπιδο,
είδος ήμερου και βρώσιμου αχλαδιού (απιδιού)
σκροπώ,
σκορπώ
σκυλοζιγώνω,
διώχνω σα σκυλί, κατατρέχω
σμίγω,
εκτός από την κοινή έννοια (ενώνω, συνδέω), σημαίνει και συναντώ
(έσμιξα το Γιώργη)
σο-,
πρόθεμα που δηλώνει ότι κάτι συμβαίνει σε απόλυτο βαθμό: εσομάργωσα
(πάγωσα εντελώς), σόκαλά ’ναι (πάρα πολύ καλά), εσοκουντούρηνες,
μωρέ κακομοίρη! (κόντυνες εντελώς), άμα τ’ αφήσεις
το πράμα, σογίνεται (ολοκληρώνεται ή φτάνει στο απροχώρητο)
σομαράς,
σαμαράς
σομάρι,
σαμάρι
σόρτε,
η γενιά (μόνο στην κατάρα διάλε τη σόρτε ντου, συνών.
του διάλε τη γενεά ντου. Οι κατάρες αυτές, και πολλές
άλλες, λέγονται συχνά απλώς ως υβριστικές φράσεις ή και εν
τη ρύμη του λόγου χωρίς επίγνωση του περιεχομένου τους)
σοπατίζω,
ισοπεδώνω
σουχλί,
το υπόλειμμα από το πήξιμο του τυριού, μείγμα ορρού (χουμά)
και ψίχουλων από τυρί
σοφέρης,
οδηγός ταξί ή λεωφορείου (σοφέρ)
σπάθη,
η παΐδα του σαμαριού (το πλαϊνό ξύλο)
σπήλιο,
σπήλαιο, υποκορ. σπηλιάρι -άκι
σπορέ,
σπορά (και με την έννοια του συνόλου των απογόνων)
σταλέ,
σταλιά, υποκορ. σταλιδάκι
σταμαρίζω,
λαχταρώ κάτι πού έχω στερηθεί
σταμνοτάτης,
ειδική θέση (κοίλωμα) στο νεροχύτη για να τοποθετείται το
σταμνί
στελιώνω,
στερεώνω -ομαι (εστελιώσανε το χορό, στέλιωσε
κείνηνέ τη μ-πόρτα, φαέ,
μωρέ, μια μπουκιά να στελιώσεις)
στένω -ομαι,
σταματώ (εγώ ή
κάποιον άλλο: στέσε μού τονε να τόνε δείρω! στένου, μωρέ!),
αλλά και στερεώνω, στέσε τη σκαλίδα ορθή στο δεντρό,
στένω τ’ αμάτι:
γουρλώνω τα μάτια από το σοκ, παραλίγο να λιποθυμήσω
στερνέ,
η ποσότητα νερού πού χωρεί η στέρνα
στερνιάζω,
συγκεντρώνεται (για υγρά)
στήσο!,
επιφώνημα για τα αιγοπρόβατα, επιτακτικό για να ηρεμήσουν
και να αρμεχθούν από τον αρμεγάρη
στιβάνια,
υποδήματα (μπότες)
στοιχειώνω,
γίνομαι αθάνατος, ή μάλλον «απέθαντος» (εστοίχειωσεν ο
κακομοίρης και δε μ-ποθαίνει)
στραβόρια,
είδος ήμερου και βρώσιμου αχλαδιού (απιδιού)
στραθειά,
πορεία, διαδρομή
στράτα,
δρόμος, υποκορ. στρατάκι, στρατουλάκι,
δρομάκι, μονοπάτι
στριφοκέρατος,
με γυριστά (στριφωτά) κέρατα
στριφωτός,
γυριστός (άθρωπος είσαι, μωρέ, συ γ-ή κέρατο στριφωτό;)
συβάζω -ομαι,
πείθω, συμβιβάζω -ομαι
σύγληνα,
χοιρινό κρέας αποθηκευμένο σε κουρούπι (κιούπι) διατηρημένο
μέσα στο λίπος του
συκίδι,
μικρή συκιά
συμπάθα μου,
συχώρεσέ με, με το συμπάθιο, μετά συγχωρήσεως
συμπαθησμένος,
συγχωρημένος
συμπαίνω,
φροντίζω τη φωτιά, για ν’ ανάβει καλύτερα
συναδερφοί,
τα παιδιά κάποιου σε σχέση με τους βαφτιστικούς του (τ’
αδέρφια τσ’ εκκλησάς×
παροιμία: καλλιά
’ν’ τ’ αδέρφια τσ’ εκκλησάς παρά τση κοιλιάς, δηλ. πιο
σπουδαίος συγγενικός δεσμός είναι τω συναδερφώ παρά
των αδερφώ)
σίντερο,
σίδερο
σιντερένιος,
σιδερένιος
σιντερότζενο,
σιδερένιο τζένιο, βλ.λ.
συντράμω,
βοηθώ
σφάκα,
πικροδάφνη, συνώνυμο της πικρότητας [σφάκα ’ναι τούτονέ
το φαΐ (πολύ πικρό)]
σφαλιώ -ίζω,
κλείνω καλά, ασφαλίζω κλείνοντας
σφυροχάμπιολο,
βλ.λ. χαμπιόλι
σω,
σείω
σώνω,
φτάνω [ε, σώνει το ’δά (αρκεί)]
σώχωρο,
περιβόλι, υποκορ. σωχώρι και σωχωράκι
Τ
τάβλα,
σανίδα, αλλά και τραπέζι φαγητου [πρόχειρα στελιωμένο
(στερεωμένο) σε τάβλα για πολλούς συνδαιτυμόνες, π.χ.
σε γάμο]
ταγή,
βρώμη
ταϊστέρου
(προφέρεται ταϊchτέρου),
αύριο το πρωί
ταμάκι,
ταμάχι
ταμακιάρης,
ταμαχιάρης
τάξε πως,
σα να (πονώ τάξε πως μου καρφώνουνε μπρόκες)
ταράσσω,
κινούμαι, πάλλομαι (εθάρρουνε πως ήτονε ψοφησμένο κι αυτό
ετάραξενε)× θα
τόνε δείρω σάμε να ταράσσει,
μέχρι θανάτου
ταραχίζω
-ώ, ταράζω, συγχύζω -ίζομαι -ούμαι, ταράζομαι,
συγχύζομαι
ταχιά,
αύριο το πρωί ή στο άμεσο μέλλον
ταχινή,
πρωί
ταχύ,
πρωί
τελάρο,
αργαλειός
τέλι,
σύρμα, αλλά και συρμάτινη παγίδα για λαγούς
τζαγκρουνώ
–ίζω, τσαγκρουνάω
τζαγκρουνομαδιούμαι,
βλ.λ. τζουγκρομαδιούμαι
τζαμπούρι,
μικρό τσαμπί σταφύλι
τζαροπνίγω,
πνίγω άγρια σφίγγοντας το λαιμό (το τζάρυκα)
τζάρυκας,
οισοφάγος
τζεμπέρι,
γυναικείο κάλυμμα της κεφαλής (τσεμπέρι)
τζένιο,
μικρός πάσσαλος που καρφώνεται στο χώμα και δένονται σ’ αυτόν
τα σκοινιά των εχνώς (οικόσιτων αιγοπροβάτων, υποζυγίων
κτλ.)× τα παλαιά ξυλότζενα αντικαταστάθηκαν προοδευτικά
με τα μεταγενέστερα σιντερότζενα
τζενώνω,
καρφώνω στη γη το τζένιο, βλ.λ., στο οποίο είναι ήδη
δεμένο σο σκοινί κάποιου ζώου. Η πράξη λέγεται τζένωμα,
αντίθ. ξετζενώνω, βλ.λ.
τζίγγουνας
και τζιγγούνι, πηγή με λίγο νερό και τα περιβόλια
γύρω της
τζιμπούρδακας,
τσιμπούρι, συνώνυμο του πάχους (σα τζι τζιμπουρδάκους εγινήκανε
να τρώνε σάμε να ταράσσουνε!)
τζιτζικώνω
και αποτζιτζικώνω,
ξεπαγιάζω, τρέμω απ’ το κρύο
τζιριτώ,
τρέχω ολοταχώς, βλ.λ. ατζιρίτι
τζίτζικας,
1. τζιτζίκι, 2. ακρίδα
τζίτζιρας,
τζίτζικας
τζουγκρομαδιούμαι,
ανασπώ τα μαλλιά μου συγχρόνως με τσαγκρουνίσματα του προσώπου,
λόγω θρήνου, τζουγκρομάδισμα
τόνε πολεμώ,
προσπαθώ να τον καταφέρω
τίβοτσι,
τίποτε
τό ’χω να
το κάμω, είμαι ενθουσιασμένος (για κάτι)
τούτοσές,
τούτηνέ, τούτονέ,
αυτός -ή -ό (δεικτικά και εμφατικά)×
πιο εμφατικά ακόμη: τουτοσε’ές, τουτηνε’έ,
τουτονε’έ
τούφι,
τύφλα στο μεθύσι
τραταμέντο,
κέρασμα (στο σπίτι)
τρατέρνω
-άρω, κερνώ (στο σπίτι)
τράφος,
ξερολιθιά
τριμυστηρεύγομαι,
δραστηριοποιούμαι
τροζαίνω
-ομαι, τρελαίνω -ομαι (αόρ. ετρόζανα -άθηκα)
τροζάδα,
τρέλα (η πράξη του τροζού)
τροζάτο,
τρέλα (η ιδιότητα του τροζού)
τροζαλίκι,
μεγάλη ή έντονη τρέλα (πράξη ή ιδιότητα)
τροζός,
τρελός
τροξαλίδα,
γρύλος
τρούλλα,
κορυφή, υποκορ. τρουλλαράκι
τρουλλώνω,
τεντώνω κάτι στρογγυλό (ετρούλλωσενε τ’ αφχιά ντου ν’ ακούσει)
τρόχαλος,
σωρός από πέτρες καί, συνεκδοχικά, ερείπιο
τσαφουνώ
-ίζω, τσαγκρουνάω
τσαφουνέ,
τσαγκρουνιά, σημάδι από νύχια ή χτύπημα σε κλαδιά κτλ.
τσελεπής,
εμφανίσιμος και λεβέντης νέος
τσιλάντερος,
ειρωνικά αυτός που πάσχει από διάρροια
τσιλιό,
διάρροια
τσιλιούμαι
-λάζομαι, 1. έχω διάρροια, 2. για χωράφια, παθαίνω καθίζηση,
αόρ. ετσιλάστηκα
τσινιάρης,
θηλ. τσινιαρέ, ατίθασος, που «τσινάει» [λέγεται κυρίως
για χτήματα (υποζύγια)]
τσίπα,
η κρούστα του γάλακτος, αλλά και το φαγητό που παρασκευάζεται
με αυτή και αλεύρι [όντε μ-ψήνουνε τσίπα δε ρωτά ο μουσαφίρης
“είντα ψήνετε”, γιατί ζάρει και θαρμίζεται η τσίπα (συχνά
ματιάζεται) και τσικνώνει γ-ή δε βγάνει βούτυρο]×
το «λάδι» της συλλέγεται από
τη νοικοκερά και είναι το σπιτικό βούτυρο του Κρητικού
τσιρλοκοπιό,
σοβαρή και παρατεταμένη διάρροια (η λέξη έχει και μια ειρωνική
χροιά)
τσιρλοκοπώ,
έχω διάρροια αυτή τη στιγμή, και μάλιστα σοβαρή και παρατεταμένη
τσίτα,
αγκάθι, ακίδα (κάθε είδους, π.χ. η τσίτα του σουβλακιού)
τσιφτές,
δίκαννο
τσούδια,
μικρά μαύρα μυρμήγκια πού ζουν στα σπίτια
τσούρα,
γκρεμός, επικλινές έδαφος
τσουρώ,
γκρεμίζω -ομαι
τσουρφουλέ,
πληθος συγκεντρωμένων η συνδεδεμένων μεταξύ τους πραγμάτων,
αρμαθιά (ήβρα μια τζουρφουλέ χοχλιούς –μετά από ν,
μιάν τσουρφουλέ, το τσ προφέρεται ως τζ)
Υ
υγιός,
γιος
υγιούκας,
υποκορ. του υγιός
υστεριά×
στηνυστεριά,
επιρρ. έκφραση, στο τέλος
ύστερος,
τελευταίος
Φ
φάδι,
υφάδι
φαητό,
φαγητό
φαίνω,
υφαίνω
φαμέγιος,
οικότροφος υπηρέτης, υποκορ. φαμεγιούργι, μικρός στην
ηλικία φαμέγιος
φάμπρικα,
μηχανοκίνητο ελαιοτριβείο
φανταρό,
φάντασμα
φαντάσσει
(για τόπους), είναι στοιχειωμένο, εκεί βγαίνουν φαντάσματα
φασίδι,
υφαντό
φέγγος,
το φως, η οραση, αλλά και το φωτεινό θέαμα
φέγγω,
μπορώ να δω (σκοτίδι ’ναι και δε φέγγω μόν’ άψε το λύχνο)
φήνω,
αφήνω (λέγονται και τα δυο)
φιαλώνω,
καταφέρνω σε κάποιον κάτι δυσάρεστο×
έχει σαρκαστική έννοια: του την εφιάλωσενε
καλά (του την έφερε
αποτελεσματικά), γροικάτε είντα μου ’φιάλωσεν ο κερατάς
φιλιά,
φιλία, αλλά και έρωτας
φίλιαση,
αρμός
φκαιραίνω,
αδειάζω
φλασκί,
παγούρι
φλέγα,
φλέβα (νερού ή αίματος - χρυσού δεν υπάρχει στην Κρήτη)
φλουμάρι,
αρνί ενός έτους
φόρα
(επίρρ.), ορθάνοιχτα (άφηκενε τσι πόρτες φόρα κι έφυγενε)
φορούμαι
και αφ-, υποψιάζομαι
φουκάρι,
θηκάρι
φουκαρώνω,
θηκαρώνω, τρυπώνω, βάζω κάτι σε εφαρμοστή θήκη (φουκάρωσε
στο σπήλιο, φουκάρωσε
τα ρούχα σου)
φουσάτο,
στράτευμα
φραίνω,
(για φαγητό) θρέφω, χορταίνω ικανοποιώντας και ψυχικά (το
ψωμί φραίνει) φραίνομαι,
ικανοποιούμαι, χορταίνω (εφράθηκα με το φαΐ που μού ’ψησες)
φραμένος,
φραγμένος, μτχ. του φράζω
φρόνεση,
φρόνηση
φρόνιμα (επίρρ.),
συνετά
φρονιμάδα,
φρόνηση
φρονιμεύγω,
γίνομαι φρόνιμος, συνετός ή ήσυχος
φρόνιμος,
συνετός, σώφρων
φρουκάζομαι
-ούμαι (+γεν.), υπακούω, συμμορφώνομαι (δε μου φρουκάζουνται
τα κοπέλια μου,
φρουκού, μωρέ, τση μάνας σου!)
φτάζυμο,
επτάζυμο, είδος εκλεκτού ψωμιού πολύ δύσκολου στην παρασκευή
του
φτενεύγω,
λεπταίνω, συνήθως στον αόριστο και το μέλλοντα: εφτένεψα,
θα φτενέψω
φτενός,
λεπτός, ευτελής
φτίλι,
φυτίλι, φράση: τον έβγαλενε φτίλι, τον εξόντωσε, και
μάλιστα πολύ εύκολα
φυσέ,
φύσημα
φχιάζω (το
γάλα), πήζω
φχιού,
έντονο υβριστικό επιφώνημα
φωτεράδα,
ικμάδα φωτός
Χ
χαΐνης,
τεμπέλης, ρεμάλι (η λέξη επί Τουρκοκρατίας είχε αποκτήσει
την έννοια του φυγόδικου επαναστάτη)
χαζινές,
ντεπόζιτο
χαζιρεύγω
-ομαι, ετοιμάζω -ομαι
χαζίρι,
σε ετοιμότητα (έχω ’γώ χαζίρι τη βέργα κι απού τόνε πιάνει
ας μου σιμώσει)
χαιράμενος,
χαρούμενος
χάλαβρο,
ερείπιο
χαλικούτης,
άνθρωπος άγαρμπος και ατημέλητος
χαλικουτίζω,
φέρομαι χαλικούτικα, άγαρμπα, αγενώς, χονδροειδώς
χαλιμπουρδίζω,
μιλάω σε ακατανόητη ξένη γλώσσα, βαρβαρίζω (είντα χαλιμπουρδίζει,
μπρε, κείνοσές
ο Εγγλέζος;)
χαλιναράτος
(φίλος),
ο θερμός στα αισθήματα φίλος, που «ό,τι να περάσεις καβαλλάρης
απού το χωριό ντου και τόνε ρωτήξεις: “προκάνω να φτάξω στο
τάδε χωριό πρι να βραδιάσει;”», επειδή θέλει να σε φιλοξενήσει,
«θ’ αρπάξει το χαλινάρι του γαϊδάρου και θα σου πει “δε
μ-προκάνεις, μόνο κάτσε απόψε στο σπίτι μου να πιούμεν ένα
γ-κρασί κι αύριο πας”» [σε αντίθεση με το χλιαρό καπουλάτο
φίλο, βλ.λ., που «σου λέει: “κιαμέ δε μ-προκάνεις!”
(“και βέβαια προλαβαίνεις”) Και παίζει και μια στη γ-καπούλα
του γαϊδάρου, να ξεκινήσει»]
χαλιναράς,
είδος ακρίδων με σημάδια σαν χαλινάρι στο πρόσωπο, που είχε
ενσκύψει στην επαρχία Αμαρίου τα μέσα του 20ού αιώνα προκαλώντας
μεγάλες ζημιές σε καλλιέργειες και περιβόλια («Το κρομμύδι,
παιδί μου, πράμα δε ντο πιάνει, μούδε κάμπια μούδε σκουλήκοι,
μόνο οι τζιτζίκοι (ακρίδες) εσκάφτανε με τα πόδια ντωνε
χάμαι κι εβγάνανε τα κρομμύδια και τα τρώγανε», αφήγηση
Γαρεφαλλίτσας σ. Κ. Φωτάκη, Αποδούλου]
χαλιναρόσκοινο,
τό σχοινί του χαλιναριού
χάμαι,
χάμω
χάμπαθο,
σωματίδιο σκόνης (χάμπαθά ’χει το νερό, μόνο βάλε άλλο
να το πιεις)
χαμπέρι,
είδηση
χαμπιολάτορας,
παίχτης χαμπιολιού, βλ.λ.
χαμπιόλι,
καλαμένιο πνευστό×
είναι το σουραύλι, αλλά στο Αμάρι
η λέξη χρησιμοποιείται και για τη μπαντούρα, πνευστό
από λιανό καλάμι, με επικρουστικό γλωσσίδι, που ανήκει
στην κατηγορία του κλαρινέτου×
έτσι το κατ’ ουσίαν χαμπιόλι λέγεται σφυροχάμπιολο
χαμώστρωμα
(επίρρ.), γεμάτος ο τόπος, στρωμένο το έδαφος (χαμώστρωμα
’ν’ οι γι-ελιές και πώς
θα τσι μαζώξομενε!, οι
μπουνταλάδες ετούτηνέ την εποχή ’ναι χαμώστρωμα)
χαρώ σε,
το η τα, θωπευτική
έκφραση× βλ. και χαρύνω
σε
χάρακας
και χαράκι, βράχος
χαροκόπος,
φανατικός γλεντιστής
χαροκοπώ,
γλεντώ, ιδ. έντονα
χαρτί,
1. κοινή έννοια× 2. βιβλίο×
3. το χαρτί μου,
το σχολικό βιβλίο μαθητή (διάβαζε το χαρτί σου κι άφης
τσι μπουνταλές απού διαβάζεις) αλλά και το πτυχίο κάθε
βαθμίδας (επήρες, παιδί μου, το χαρτί σου)
χαρύνω σε,
εμφατική μορφή του χαρώ σε (βλ.λ.), λέγεται και χαρώ
σε και χαρύνω σε
χατηράκι,
τρυφερή έκφραση για το χατήρι
χέρα,
χέρι, πληθ. τα χέρια
χιανέτης,
ακαμάτης
χιαχιρντίζω
και σασιρντίζω, τα χάνω από έκπληξη ή ταραχή
χιλιάκριβος,
υπερπολύτιμος
χόντρος,
είδος κρητικού τραχανά
χοντροχοχλιός,
είδος μεγάλων σαλιγκαριών με σκληρό κέλυφος, εκλεκτότερος
μεζές από τσι λιανοχοχλιούς,
βλ.λ.
χουμάς,
ο ορρός του γάλακτος,
χουρχούδα,
χοντρή βέργα [ν’ αρπάξω θέλω (θ’ αρπάξω) τη χουρχούδα
και θα σου κάμω τη γ-κεφαλή ψίχαλα]
χοχλιδοσόμαρο,
κέλυφος σαλιγκαριού
χοχλιός,
σαλιγκάρι
χρηγιά,
λεκάνη της κουζίνας, παλαιότερα πήλινη, αργότερα εμαγιέ
χτήμα,
υποζύγιο (γαϊδούρι), η λέξη γάιδαρος αποφεύγεται για
λόγους ευγένειας
χτηματσερή,
υποζύγιο (βλ.λ. χτήμα)
χύνομαι
(+ γεν.),
επιτίθεμαι (εχύθηκέ μου και μ’ άρπαξεν απού το λαιμό)
χώνω -ομαι,
κρύβω -ομαι, προστ. χώσου, μτχ. χωημένος
χώρα,
1. κράτος× 2. το πλησιέστερο
στο χωριό μας αστικό κέντρο (στη χώρα ’μουνε παωμένος οψές)
χώρις,
χωρίς× χώρις
άλλο, ασυζητητί
χωστά,
κρυφά
Ψ
ψακί,
φαρμάκι (μτφ. πολύ πικρό)
ψακώνω -ομαι,
δηλητηριάζω -ομαι
ψαρρός,
γκρίζος
ψευθιά,
ψευτιά
ψηματέ,
ποσότητα αρκετή για ένα μαγείρεμα (μια μ-ψηματέ χοχλιούς
ήβρηκα)
ψήνω,
μαγειρεύω (με οποιοδήποτε τρόπο: -
Είντα ψήνεις; - Ένα γ-κουνελάκι
τηγανίζω)
ψηφώ,
σέβομαι, υπολογίζω κάποιον (δε τζι ψηφά κιανείς τσι φτωχούς)
ψιχαλολογά,
σιγοψιχαλίζει
ψόμα,
ψέμα (παροιμία: ψόμα άκουσες, ψόμα δεν είναι, μια κακή
φήμη πολύ πιθανόν να είναι αληθινή)
ψοματάρης,
ψεύτης
ψοματεύγω
(κάποιον), του λέω ψέματα (μη με ψοματεύγεις, μωρέ)
ψυγομαραίνομαι,
μαραίνομαι
ψύγομαι,
μαραίνομαι (εψύγηκ’ απού τα γεραθειά)
ψόφος,
πολύ κρύο× του ψόφου,
πάρα πολύ αδύνατος («πετσί και κόκκαλο»)
ψοφώ,
εκτός από τη γενική έννοια, σημαίνει και κρυώνω πάρα πολύ
(ανοιχτό ’χε ντο παραθύρι κι εψόφησα)
Ω
ώρα:
η γι-ώρα με βάνει,
όπου νά ’ναι έρχομαι×
ώρα σου ’ν’ εδά,
καιρός είναι να κάνεις κάτι (να ξεκουμπιστείς π.χ.)
ως κι α
η άνε, όσο κι αν (ως κι α μ-πονεί, δε μ-πάει
στου γιατρού)
ωσά(ν),
σαν (ωσά ντο γάιδαρο, με το συμπάθιο, τον έδειρενε)
ώφου,
επιφώνημα αναστεναγμού (εμφατικά: ώφου λέω ή ώφου
κι άχι)