ΑΒΓΔΕΖΗΘ
- ΙΚΛΜΝΞΟΠ - ΡΣΤΥΦΧΨΩ
- ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αμαριώτικο
γλωσσάρι
Α
α,
αν
αγγέλαμος,
αγριοβρώμη, φυτό που θερίζεται για ζωοτροφή, είναι εξαιρετικά
ελαφρύ, γι’ αυτό χρησιμοποιούνταν και για ανεμοδείκτης στο
λίχνισμα, βλ.λ.
αγκαραθέ,
είδος ακανθώδους θάμνου
αγκουτσακιά,
αγριαχλαδιά (αγκόρτσα)
αγκριγιοπούλι,
αγριοπούλι
άγκριγιος,
άγριος
άγκρουστος,
παράσιτο του περιβολιού (η αγριάδα)
αγκιναροκεφαλή,
ο καρπός της αγκινάρας
αγουρος,
ανώριμος, ανήλικος
αγριμάκι,
μικρό αγρίμι (κυριολ. αίγαγρος, αλλά εδώ χρησιμοποιείται κυρίως
για άταχτα παιδιά, θωπευτικά)
αγύριστο
(για υποζύγια), που δεν έχει γυριστεί, δηλ. υποστεί
ευνουχισμό
αδερφίδες,
αδελφές
αδικοθάνατος,
εκείνος πού του αξίζει να πεθάνει άδικα (συνηθισμένη έκφραση
κατάρας)
αδόντι,
δόντι, πληθ. αδόδια
άδουλος,
άεργος, ο συστηματικά μη εργαζόμενος για λόγους είτε τεμπελιάς
είτε οικονομικής ευχέρειας
αζογύρα,
είδος φασολιού με πλατείς λοβούς
αθώ
και αθίζω, ανθώ
αθιβολή,
αναφορά [την αθιβολή ντου είχαμενε σήμερο (συζητούσαμε
γι’ αυτόν)]
αθός,
ανθός
άθος,
στάχτη
αθότυρος,
είδος τυριού, συντηρημένου στο αλάτι
αθράκη,
θράκα
αθρωπιά,
αξιοπρέπεια (η ιδιότητα του ανθρώπου ως ανθρώπου), [να
σέβεστε (να προσέχετε), παιδί μου, να μη χάσετε την
αθρωπιά σας]
άθρωπος,
άνθρωπος, αλλά και «ούτε ένας» (- Είναι, μωρέ, ’παέ
κιανείς; ¶θρωπος! ¶θρωπος δεν εβρέθηκενε να μου βοηθήσει)
αίγα,
κατσίκα
ακάτεχος,
αδαής
ακέρος,
ολόκληρος [ένα-ν-αβγό ακέρο έβαλενε στη μπούκα ντου
(στο στόμα του), ένα ψωμί τού
’φηκα και μου το γιάγειρεν οπίσω ακέρο]
ακριβός,
πολύτιμος (δε θέλω να πάθεις κακό, γιατί σ’ έχω ακριβή)
(α)κουμπίζω,
ακουμπώ
αλάργο,
μακριά
αλαργωπά,
κάπως μακριά
αλάτσι,
αλάτι
αλατσερό,
η θήκη για το αλάτι, συνήθως ξύλινη και κρεμαστή
άλεσμα,
η ποσότητα δημητριακών για άλεση
αλευροσάκκι,
το σακκί για το αλεύρι
Αλισσαβιώ,
κύριο όνομα, υποκορ. της Αλισσάβης ( Ελισσάβετ)
αματέ,
ματιά
αμάτι,
μάτι, πληθ. αμάθια, μεγεθ. η γι-αμάτα
αμάξι,
αυτοκίνητο
αμάχη,
φιλονικία
άμε,
πήγαινε (προστ.), πληθ. αμέτε, πηγαίνετε
Αμερκάνος,
Αμερικανός, αλλά και Κρητικός μετανάστης στην Αμερική
αμοναχός,
μόνος
αμπελοπέρβολα,
αμπέλια και περβόλια, «αμπελοχώραφα»
αμπλά,
αδελφή
αμπούνια,
μνησικακία
αμπώθω,
σπρώχνω
αναβόλεμα,
ανηφόρα [παροιμία: του ξένου γαιδάρου το κουσκούνι (λουρί
του σομαριού) σπα στ’ αναβόλεμα, δηλ. η δυσκολία
τυχαίνει πάντα τη χειρότερη στιγμή]
αναγνώθω,
διαβάζω
αναδίδω,
υγραίνομαι, «παίρνω υγρασία» (ανάδοση), ιδρώνω (δε
λέγεται για τον ιδρώτα, αλλά για την υγρασία), μτχ. αναδομένος,
υγρός
ανάδοση,
υγρασία
αναζητώ,
νοσταλγώ
αναζήτηξη,
νοσταλγία
ανάκαρα,
αντοχή
αναμεσάδα,
ενδιάμεσος χώρος
αναμουταλέ,
απότομο σταμάτημα με ανακοπή της φόρας
αναντρανίζω,
ανορθώνομαι
ανάπλαγα,
πλαγιές, επικλινή εδάφη
αναρωτώ,
διερευνώ
ανασέρνω,
ανασύρω
αναστορώ,
υπενθυμίζω
αναστορούμαι,
θυμούμαι
αναστουλουχώ,
κλαίω με αναφιλητά
άναφτος,
που δεν έχει ανάψει (άναφτο κερί, διαφορετικό από το
σβηστό ή σβημένο, που άναψε και έπειτα έσβησε)
άνε
και ανέ, αν
ανέγνωρος,
αγνώριστος
ανείτοσου,
τουλάχιστον
ανεργιάζομαι,
αντιλαμβάνομαι (ανεργιάστηκά το ’γώ πως ’θελά μου κάμεις
παγαπονθιά), αλλά και ανακαλύπτω τη χρήση αντικειμένου
ανέφαλο,
σύννεφο
ανημένω,
περιμένω
Αννέζα
και Αννεζίνα (από το οποίο και Ζιζίνα), Αννεζινιώ,
υποκορ. της ¶ννας
ανήψηστος,
άψητος και γενικά ωμός
ανοιγοκλειώ,
ανοιγοκλείνω
ανοιγοχάρτισσα,
χαρτομάντις
ανοιχτάδα,
ανοιχτός χώρος
αντέστε,
πληθ. του άντες, άειντε
αντέτι,
έθιμο, πληθ. αντέθια
αντιγια(γ)έρνω, «επιστρέφω πίσω», αόρ. αντιγιά(γ)ειρα,
βλ. και για(γ)έρνω
αντισκάρι,
εμπόδιο που αποτρέπει κίνηση [πχ. σπρώχνοντας προς τα πίσω,
μτφ. έβαλενε το μπέτη ντου (το στήθος του) αντισκάρι
και δεν επεράσαν’ οι Γερμανοί], αλλά και υπομόχλιο
αντισκαρώνω,
αντιστέκομαι, εμποδίζω (κυριολ. προβάλω σωματική αντίσταση
σε κάποιον, βάνω αντισκάρι)
αντιστοιβάσσω,
αντιχτυπώ
αντρειγιά,
ανδρεία
αντρειγιωμένος,
ανδρειωμένος
αντρίστικα,
ανδρικά, αλλά και ανδροπρεπώς
αντρωσύνη,
ανδρεία
ανύπλυτος,
άπλυτος
ανύχι,
νύχι, μεγεθ. ανύχα, ανυχάρα
αξεκαθάριστα,
αδιευκρίνιστα
αόρι,
βουνό, μεγρθ. η γι-αόρα
αορείτης
-ικος, βουνίσιος (άνθρωπος ή πράγμα, αντίστοιχα)
απής,
αφ’ ότου
απ’
όντα ’ψάργας, από χθες το βράδυ
απ’
όντα ’ψές, από χθες
απ’
όντας τότες, από τότε
απάκι,
μακρόστενο κομμάτι καπνιστού χοιρινού κρέατος
απαλεύγω,
παλεύω
απηλογούμαι,
απαντώ, δίδω απηλογιά, απάντηση
απιδέ,
αχλαδιά
απίδι,
αχλάδι
από
πού κρατείς, από πού κατάγεσαι
αποδίπλα,
παραδίπλα
απόις,
έπειτα
αποκατωθιό,
ακριβώς αποκάτω
απόκειας,
έπειτα
απολείτρουγα
και απολειτρουημένα, μόλις πού είχε σχολάσει η λειτουργία
απομονή,
υπομονή
αποξημέρωμα,
ξημέρωμα
αποπάνω
(χρόνος, μέρα κτλ), ο επόμενος ή μεθεπόμενος χρόνος
(και, αντίστοιχα, μέρα)
(α)ποπανωθιό,
ακριβώς αποπάνω
αποπίδια,
αποπιοτίδια
αποπιδιάζω,
πίνω μικρή ποσότητα αφήνοντας το υπόλοιπο, που γίνεται έτσι,
κατά κάποιο τρόπο, βρόμικο και ακατάλληλο για πόση
αποράκια,
η τελευταία και εξασθενημένη πλέον ρακή πού τρέχει από το
λουλά (τον αποστακτήρα)
απορπισά,
απελπισία
αποσβολώνομαι,
μένω εμβρόντητος
αποσιγά,
σιγά σιγά
αποσκοτεινιάζομαι,
ζαλίζομαι από ταραχή ή απελπισία, μτχ. αποσκοτεινιασμένος
αποστειρόχνω,
στερεύω
αποτζιτζικώνω,
ξεπαγιάζω, τρέμω απ’ το κρύο (σαν το τζίτζικα, που
πεθαίνει από το κρύο)
απού,
από
απού,
πού (αναφορικό)
αποφάουδα,
αποφάγια
αποχερίζω,
φιλεύω, δίδω αποχερίδια, φιλέματα
αποχορταίνω,
χορταίνω πλήρως (εχόρτασα μα δεν εποχώρτασα, βάλε μου ακόμη
μια μπουκιά, δε
σ’ αποχορταίνω να σε θωρώ)
αργά,
το βράδυ [αργά ’γιάγειρεν αφέντης του και τον εκατάστεσε
γ-καλά καλά (το βράδυ γύρισε ο πατέρας του και τον ταχτοποίησε
καλά)]
αρδαχτύλινας,
είδος αγκαθιού
αρθούνι,
ρουθούνι
άρκαλος,
ασβός
αρμηνεύγω,
καθοδηγω, συμβουλεύω (δίδω αρμηνειές, οδηγείες)
αρνεύγω,
ηρεμώ
ασκαγιά
(η), χτύπημα με σκάγια
ασκάι,
σκάγι
ασκεφθιά,
άστοχη συμπεριφορά
(α)σκιανιός,
ήσκιος
ασκομ(π)αντούρα,
τσαμπούνα (άσκαυλος)
άσπρουγας,
άγονο χώμα άσπρου χρώματος
αστοιβίδα,
ακανθώδης θάμνος
αστρουλάκι,
αστεράκι
ατζιρίτι
[στη φράση γλακά ή τόνε ζιγώνει (καταδιώκει)
στ’ ατζιρίτι], ολοταχώς (τζιριτώ, τρέχω)
ατζοπηδώ,
χοροπηδάω
ατζούμπαλος,
ιδιότροπος, κακόβολος άνθρωπος
ατίταμος,
δίκταμος
ατσιποδιά,
ατυχία, γρουσουζιά (ατσιποδεύγομαι, κακοτυχίζω)
ατσιποδιάρης,
άτυχος
αφέντης
(χαϊδευτικά και σε ένδειξη σεβασμού αφεντάκης), πατέρας
άφης,
άσε
(α)φορούμαι,
υποψιάζομαι
(α)φρουκάζομαι,
βλ. φρουκάζομαι
αφτω,
ανάβω (μτχ. αφτούμενος, αναμμένος), αόρ. άψα
αφχιά
(κανον. αφθιά, προφέρεται αφχιά), αφτιά
αχάτζικας,
είδος βρώσιμου αγριόχορτου
αχείλι,
χείλι, πληθ. αχείλια, χείλη
αχεριώνας,
αχυρώνας
άχερο,
άχυρο
αχινοπόδας,
θάμνος, εύφλεκτος όταν ξεραθεί, συνηθισμένο προσάναμμα αλλά
και φράχτης
αχνιά,
ο αέρας της εκπνοής, μτφ. η σιωπή [δίκιό ’χω μόνο μιλιά
κι αχνιά (ούτε λέξη)]
Β
βαθυλός,
βαθουλός
βάνω,
βάζω, αλλά και χωρώ (πολλούς ντολμάδες μού ’βαλες και δε
τζι βάν’ η κοιλιά μου)
βαρεσά,
βαρεμάρα
βαρεσάρης,
τεμπέλης
βαρισματέ,
πληγή
βαρίχνω,
χτυπώ (εβάρηκα)
βάρσαμος,
δυόσμος
βασιλικαπιδέ,
αχλαδιά που κάνει βασιλικάπιδα
βασιλικάπιδο, εκλεκτό είδος ήμερου και βρώσιμου αχλαδιού
(απιδιού)
βγαίνει
μου, μου αξίζει
βγαίνω,
ανεβαίνω
βγάνω,
1. βγάζω, 2. ανεβάζω, 3. βγάνω τα τσίκουδα, αποστάζω
τσικουδιά από τα στράφυλα, μτχ. βγαρμένος, βγαλμένος
και ανεβασμένος
βγαρτός,
βγαλμένος, συγκεκριμένα βγαρτοί χοχλιοί, τρόπος μαγειρέματος
των σαλιγκαριών (τα βράζουν, τα βγάζουν ένα ένα από τα καπάκια
τους και μετά τα μαγειρεύουν)
βεγγέρα,
βραδινή συντροφιά (βεγγερίζω)
βεργατος
(κάτης), ριγωτός
βέρος,
γνήσιος
βιδιανό,
είδος κρασοστάφυλου
βίκος,
καλλιεργούμενο φυτό πού χρησιμοποιείται για ζωοτροφή, ως καρπός
ή σανό
βιόλα,
λουλούδι
βιστιρίχνομαι,
παθαίνω βιστηρέ, επίδραση κακοποιού πνεύματος [του
’παντήξανε (τον συνάντησαν) νεράιδες και τον εβιστηρήξανε]
βίτσα,
λεπτή και ευλύγιστη βέργα (υποκορ. βιτσαλάκι)
βλέπομαι,
φυλάγομαι [κλέφτες άκουσα πως είναι στη στράτα, μόνο να
βλέπεστε να μη σάσε γδύσουνε (να μη σας ληστέψουν)]
βλέπω,
προσέχω (βλέπω τα οζά) αλλά και καραδοκώ (ο κάτης
βλέπει τσι μποντικούς)
βλεπητική,
το φύλαγμα των προβάτων στη βοσκή, η εργασία του βλεπάτορα,
του βοσκού
βλογώ
-ούμαι, παντρεύω (ο ιερέας) -ομαι
βουρμα,
σάλτο, ορμητικό πήδημα
βολά,
φορά
βορθακός,
βάτραχος
βούι,
βόδι, πληθ. βούγια, υποκορ. βουϊδάκι, μεγεθ.
η βουϊδέλα,
αλλά ο βούιδαρος
σημαίνει βλάκας (έννοια που έχει επίσης η λέξη βούι)
βουϊδοκεφαλή,
κεφαλή από βόδι
βουλή,
γνώμη
βούργια,
ταγάρι, υφαντή τσάντα που χρησιμοποιείται σε αρτοκλασίες κλπ.
βουργιάλι,
υφαντό ποιμενικό σακίδιο που κρεμιέται με κορδόνια στους ώμους
βουτσά,
η, η παχύρρευστη κοπριά των χοίρων και των βοδιών
βρίχνω
-ομαι, βρίσκω -ομαι
βρούχος,
βροντώδης θόρυβος
βροσιμάκι,
μικρό βροσίμιο, εύρημα (παροιμία: του φτωχού το
βροσιμάκι, γ-ή βελόνα γ-ή καρφάκι, δηλ. «όπου φτωχός κι
η μοίρα του», τίποτε αξιόλογο δε μπορεί να του τύχει)
Γ
γ-ή,
ή (διαζευκτικό)
γαλανός,
λευκός
γαμηλιώτες,
οι καλεσμένοι του γάμου
γατέχω,
κατέχω (ξέρω) μετά από -ν (συμπροφέρεται), π.χ. δε γατέχω
γάτης,
γάτος (συνηθέστερο το κάτης, βλ.λ.)
γδέχομαι,
περιμένω, καρτερώ
γ-εις,
ένας, συνήθως μετά από άρθρο, ο γ-εις (δε μπορεί
ο γ-εις κι άλλος να μπαίνει στο σπίτι μου)
γδύνω,
1. ό,τι και στην κοινή, 2. ληστεύω (κλέφτες τον ήβρανε
στη στράτα και τον εγδύσανε)
γειτονική
(ουσ.), η συναναστροφή γειτόνων σε επίσκεψη
γέμη,
μικρός σάκος με καρπό (για ζωοτροφή) που κρεμιέται
στο πρόσωπο του υποζυγίου για να μπορεί να τρώει όσο στέκει
δεμένο (βάλε τση φοράδας μου γέμη κι επολυκουράστηκενε
σήμερο)
γεμόζω,
γεμίζω
γερώ
-άζω, γερνώ
γέρα
και γεραθειά, γηρατειά
γερακοκούδουνα,
τα κουδούνια του δοξαριού της κρητικής λύρας, που συνόδευαν
το παίξιμο κρατώντας το ίσο (λέγονται έτσι, κατά την επικρατέστερη
εκδοχή, γιατί τέτοια κουδούνια έδεναν στα πόδια των γερακιών
οι κυνηγοί του Μεσαίωνα)
γερντανές,
σύμπλεγμα δύο κρίκων που χωρίζουν σε δύο μέρη το σκοινί, με
το οποίο δένονται τα έχνη (οικόσιτα αιγοπρόβατα, υποζύγια
κτλ.), εμποδίζοντάς το να σφίξει και, αν είναι δεμένα απ’
το λαιμό ή από μουράγια, να τα πνίξει, το μισό σκοινί
δένεται στον ένα κρίκο και το άλλο μισό στον άλλο, υποκορ.
γερντανεδάκι, μεγεθ. γερντανέδα -ούκλα
γέροντας,
ευγενική προσφώνηση κληρικού
γεροντής,
γέρος (συχνά η λέξη υποδηλώνει σεβασμό ή τρυφερότητα),
ο γεροντής μου,
ο σύζυγός μου (σε ηλικιωμένο ζευγάρι, πρβ. η γρε μου)
γεροντίστικος,
γέρικος ή εκείνος που ταιριάζει σε γέρο (π.χ. γεροντίστικος
χορός)
γητεύγω,
ξορκίζω με γηθειά, ειδικό ξόρκι (υπάρχουν γηθειές
για το ξεμάτιασμα, την αιμορραγία, αλλά και για κάθε αρρώστια
ή αποτροπή, π.χ. φιδιών, ποντικών κτλ., βλ. πλήθος στις διάφορες
λαογραφικές συλλογές)
γιά,
διότι, ιδίως πριν από δεν ή θα [απειλή μαμάς:
κάτσε ήσυχα, για θα σε ξυλίσω! Ή: δεν επήγα για
δεν εμπόρουνε (γιατί ήμουν άρρωστος)]
για(γ)ερμός,
γυρισμός
για(γ)έρνω,
επιστρέφω
γιάειντα
και γιάντα, γιατί (ερωτημ.)
γίγλα,
το λουρί πού δένει το σομάρι κάτω από το σώμα του ζώου
γινομένος,
που έχει γίνει, μτχ. του γίνομαι
γίνου,
γίνε
γκαρδιακός
(ενν. φίλος), επιστήθιος
γκαρδιερός,
ανδρείος, που «το λέει η καρδιά του»
γκαρδιώνω,
εμψυχώνω
γκρας,
είδος παλιού τουφεκιού
γλάκιο,
τρέξιμο
γλακώ,
τρέχω
γλάνι,
μικρό παιδί
Γληγόρης,
Γρηγόρης
γληγορογεράζω,
γερνώ γρήγορα
γλήγορος
και ογλήγορος, γρήγορος, συγκριτ. γληγορύτερος (υπερθ.
πολλά ογλήγορος), επίρρ. γληγορύτερα, γρηγορότερα
γνώρα,
σημείο αναγνώρησης (δίδω γνώρα ενούς, του συστήνομαι
και του αναφέρω κοινούς γνωστούς ή συγγένιο κτλ., ώστε
να γνωριστούμε)
γοράζω,
αγοράζω, γοράζω ήλιο, κάθομαι στον ήλιο για να λιαστώ
γοργό
(επίρρ.), γρήγορα
γοργογιατρεύγομαι,
γιατρεύομαι γρήγορα
γοργομεγαλώνω,
μεγαλώνω γρήγορα
γοργοξεπουλιάζω,
εκκολάπτομαι γρήγορα
γοργοπαντρεύγομαι,
μικροπαντρεύομαι
γοργοποθαίνω,
πεθαίνω νέος
γράδες,
γριές
γρέ,
γριά, πληθ. γράδες, υποκορ. γραδάκι, μεγεθ.
(σαρκαστικό) γρατζούφα, εσχατόγρια, η
γρε μου, η σύζυγός μου (για ηλικιωμένα ζευγάρια,
συχνά έκφραση τρυφερότητας, πρβ. ο γεροντής
μου)
γρινιάζω,
είμαι κατηφής, μουτρωμένος
γροικώ,
ακούω αλλά και γενικά αισθάνομαι (γροικώ ένα μ-πόνο ή
μια μυρωδιά κλπ., γροικώ τη γ-κεφαλή μου να σπάσει)
γρυλλώνω,
γουρλώνω τα μάτια
γύρος,
άκρη (κάτσε σ’ ένα γύρο, κάτσε φρόνιμα ή κάνε στην
άκρη)
γύρου
γύρου, γύρω γύρω
Δ
δασκάλι,
μαθητής του σχολείου
δεματέ,
δεμάτι
δεματαρέ,
ειδική θέση για το δέσιμο ζώων στο στάβλο
δένω,
1. μαγεύω (κάνω δεματικά, μάγια, κατά τη διάρκεια των
οποίων ο μάγος δένει κόμπους), 2. δένω το νερό, φροντίζω
τα σημεία όπου συνδέονται τα αυλάκια, τσι δεσές, για
να ποτιστεί σωστά το περβόλι, 3. ό,τι και στην κοινή
νεοελληνική
δερματάς,
εκλεκτή ράτσα επιτραπέζιου σταφυλιού
δεσά,
σημείο σύνδεσης αυλακιών
δέτης,
γκρεμός
δηγούμαι,
διηγούμαι
διαγουμίζω,
λεηλατώ, διασκορπώ (εδιαγούμισενε το γ-κόπο τω γονέω ντου)
διάγουμο,
διαρπαγή, λεηλασία
διακονούμαι
και διακονεύγομαι, ζητιανεύω
διακονιά,
ελεημοσύνη
διακονιάρης,
ζητιάνος,
διανυρίζω,
μόλις πού διακρίνω μέσα στο σκοτάδι
διάοτι
(π.χ. πάρεις ή φας), δεν υπάρχει περίπτωση να
διασκελώ
-ίζω, δρασκελάω
διασκροπώ,
διασκορπώ
διαφεντεύγω,
εξουσιάζω, διαχειρίζομαι
διάχνω,
συμπεριφέρομαι, πράττω [διάξε, μωρέ, σα ντον άθρωπο κι
ας μην είσαι κιόλας! (έστω κι αν δεν είσαι)]
δίδω
όξω και χτυπώ όξω, βγαίνω με ορμή ή με οργή
δίδω,
δίνω, αλλά και χτυπώ
δικάζω,
καταδικάζω (τον εδικάσανε δέκα χρόνους)
διμουρεύγω,
φέρομαι διπρόσωπα, δηλαδή παριστάνω το φίλο σε κάποιον ενώ
κρυφά τον υποσκάπτω ή τον συκοφαντώ
διμουριά,
διπρόσωπη συμπεριφορά
δίμουρος,
διπρόσωπος
διόχνει
(μου), «μού ’ρχεται στην κεφαλή» επιπόλαια να κάνω
κάτι (ως μου διόξει θα φερθώ, ό,τι σου διόχνει κάνεις)
διπλόσκολο,
εορτάσιμη ημέρα κατά την οποία συμπίπτουν δύο σκόλες
(αργίες), όπως π.χ. η Λαμπρή: Κυριακή και Πάσχα
δισταύρι,
σταυροδρόμι
διωματάρης
(και φανίσιμος), εμφανίσιμος
δοξαρέ,
δοξαριά (η λέξη σήμαινε και σαϊτιά, γιατί δοξάρι είναι
το τόξο)
δουλευτής,
προκομμένος
δρομάλι
και δρομαλάκι, δρομάκι
δροσερεύγω,
δροσίζω -ομαι
δρύγινο,
δρύινο
δώμα,
στέγη, κανονικά η χωμάτινη στέγη των παλαιών σπιτιών, αλλά
και τη, σχετικά πρόσφατη, τσιμεντένια ταράτσα στα χωριά
την έλεγαν (ή τη λένε) δώμα
Ε
έ
ντο, να το (έ ντο Γιώργη πού ’ρχεται, έ ντη
μάνα σου, έ ντο Παυλιό)
Εγγλέζος,
¶γγλος (λέγεται και ως παρατσούκλι σε ανθρώπους ξανθούς)
εδά,
τώρα
έζουνε
(έζες, έζε), ζούσα
είντα,
τι
εκειά,
εκει
εκειδα’έ,
εκεί ακριβώς (πρβ. τουτοσε’ές)
εκκλησά,
εκκλησά
ελιδάκι,
μικρή ελιά
έ
με, νά με, εμφατικό: εμε’έ, αλλά και ως επιφώνημα
αγωνίας: εμε’έ!, από κάποιον που πέφτει
(ε)μιλιά,
φωνή, ομιλία (έκουσα την εμιλιά σου κι επρόβαλα)
εμπυρίκιος,
παλαιά ονομασία του πηδηχτού χορού στο χωριό Πλατάνια Αμαρίου
(προφανώς προέρχεται από τον αρχαίο πυρρίχιο)
ενούς,
ενός
έντονε,
έντηνε, έντο, νά τος, νά τη, νά το
εντονε’έ,
εντηνε’έ, εντο’έ, νά τος κτλ. (εμφατικό), αλλά
και ως επιφώνημα αγωνίας: εντονε’έ!, βλέποντας κάποιον
που πέφτει και θα χτυπήσει
εξά,
εξουσία, δικαίωμα [δεν έχω την εξά μου να κάτσω να φάω
και γλακά ο κάτης και βγαίνει στη μ-ποδιά μου (τρέχει
η γάτα και…)]
επά,
εδώ
επιώθηκα,
ήπια (οινοπνευματώδη), μέθυσα
εργώ,
κρυώνω
έρχου,
έλα
έρωντας,
έρωτας
ερωντεμένος,
ερωτευμένος
ετά
και ετα’έ (εμφατικό
και δεικτικό), επίρρ., εκεί που είσαι, αυτού
ετόσοσές,
τόσος (εμφατικά και δεικτικά)
ετόσος,
τόσος
έτουδά,
αυτού, εκεί που είσαι (κάτσ’ ετουδά κι έρχομαι), εμφατικός
και δεικτικός τύπος του ετά, βλ.λ.
ετούτοσές,
ετούτηνέ, ετούτονέ, τούτος, -η, -ο (εμφατικά
και δεικτικά), βλ. και τούτοσές
έτσά σόι, μ’ αυτό τον τρόπο, αλλά και τέτοιας λογής
(έτσά σόι κάμε το, έτσά σόι αθρώπους δε βάνω στο
σπίτι μου)
έτσά,
έτσι
ευκή
τσ’ ευκής (την ευκή τσ’ ευκής μου νά ’χεις), έκφραση
έντονης ευαρέσκειας, αλλά με το συμπλήρωμα και τσ’ ευκής
μου το ευκάρι, ειρωνικό
ευκισμένος,
ευλογημένος, χαρισματικός
εφαντάχτηκα,
είδα φάντασμα (αληθινό η ψεύτικο)
έχνος,
ζώο γενικά, αλλά ειδικότερα τα οικόσιτα
έχω
πώς, μπορώ να (δεν έχω πώς τα κουβαλήσω τόσανά πράματα)
Ζ
ζάβαλε,
καημένε (μόνο στην κλητική)
ζαλέ,
πατημασιά και γενικά ίχνος
ζάλο,
βήμα
ζαμάνι,
χρονικό διάστημα
ζάρα,
μικρό κορίτσι
ζαρί,
1. βρέφος, ιδ. κορίτσι (υποκορ. της ζάρας),
2. λευκό νυχτοπούλι
που η θρηνητική λαλιά του θεωρείται προμήνυμα θανάτου. Υποθέτω
ότι πήρε το όνομά του από το ζαρί, το βρέφος, επειδή
η φωνή του θυμίζει κλάημα μωρού
ζάρω,
συνηθίζω, και ζάρει, συνηθίζεται (ζάρω και δε ν-τρώγω
κάθ’ αργά, εζάρανε
κι επηγαίνανε να δουλέψουνε στη Μεσσαρέ, έπαέ
ζάρει και βγαίνουνε χοχλιοί)
ζάφτι
(κάνω), ελέγχω, περιορίζω κατά βούλησιν
ζαφτιγές,
χωροφύλακας
ζγουραφίζω,
ζωγραφίζω
ζγουραφιά,
ζωγραφιά
ζευγάς,
γεωργός
ζευγαρέ,
1. η αυλακιά που κάνει το αλέτρι, 2. η έκταση γης που χρειάζεται
μια ολόκληρη μέρα για να οργωθεί, χρησιμοποιήθηκε και ως μονάδα
μέτρησης γης: έχω δυο ζευγαρές χωράφι
ζευγάρι, εκτός από την κοινή γενική έννοια, σημαίνει
ειδικότερα ζευγάρι βόδια, αλλά συνεκδοχικά και όργωμα,
κάνω ζευγάρι,
οργώνω, πάω στο ζευγάρι, πάω να οργώσω
ζεύκι,
υπαίθριο γλέντι
ζεστερός,
ελαφρά και ευχάριστα ζεστός
ζητώ
(για ζώα), βρίσκομαι σε περίοδο οργασμού
ζιγώνω,
κυνηγώ, καταδιώκω
ζογλαίνω
-ομαι, παραλύω, παραμορφώνω –ομαι
ζογλομαμούνα,
πράσινο σκαθάρι που παραμορφώνει και καταστρέφει τα κηπευτικά
(φασόλια κλπ).
ζουρίδα,
είδος κουναβιού (ερμίνα) επιζήμιο για τα κοτέτσια
ζυγαρδελέ,
φωλιά ζυγαρδελιού
ζυγαρδέλι,
καρδερίνα
ζωνομπούμπουρας,
είδος μπούμπουρα (βλ.λ.) που θεωρείται ιδιαίτερα επιθετικό
(βλ. και μαυρομπούμπουρας)
Θ
θαρμίζω,
ματιάζω
θαρμός,
κακό μάτι, βασκανία
θάφτω,
θάβω
’θελα,
επρόκειτο να
θέλω
(να...), θά (βοηθητικό ρήμα με το οποίο σχηματίζεται
ο μέλλοντας του ρήματος). Ο μέλλοντας σχηματίζεται συνήθως
με το ρήμα σε υποτακτική ενεστώτα ή αορίστου (ανάλογα αν είναι
στιγμιαίος ή διαρκείας) + θέλει ή τύπος του θέλω
που αντιστοιχεί στον αριθμό και το πρόσωπο του ρήματος:
να πχαίνω
θέλω ή να πχαίνω θέλει, να πάω θέλω ή
να πάω
θέλει, να κάμει’ θες κείονά που σου λέω; ή να
κάμεις θέλει;, να πάμε θέλει ή να πάμε
θέμε, νά
’ρθουνε θέλει ή νά ’ρθουνε θένε, να βοηθήσετε
θέλει; ή να βοηθήσετε θέτε; κτλ.
θέτω,
ξαπλώνω, αλλά και τοποθετώ, αποθέτω [θέσε κείανέ που βαστάς
εκειέ (βάλε εκεί πέρα αυτά που κρατάς)]
θρόλακας,
μεγάλη ποταμόπετρα, πληθ. οι θρολάκοι
θρουμπάνα,
μεγάλη πέτρα
θυμομούργια,
χωράφι μέ θύμους (θυμάρια) και μουριές, αλλά και νεκροταφείο
(«θυμαράκια»)
θωρώ,
βλέπω